εἰκός


εἰκός
τὸ εἰκός, ότος правдоподобие, вероятность

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εἰκός" в других словарях:

  • εικός — (Α εἰκός και ιων. οἰκός, το) αυτό που φαίνεται ως αληθινό, πιθανό, εύλογο νεοελλ. φρ. 1. «ως εικός» όπως φαίνεται, όπως είναι φυσικό 2. «κατά το εικός» ή «κατά τα εικότα» κατά πάσαν πιθανότητα, κατά τα φαινόμενα αρχ. 1. ως ουσ. πιθανότητα 2. (λογ …   Dictionary of Greek

  • εἰκός — ἔοικα as perf part act neut nom/voc/acc sg εἰκός like truth perf part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁμαρτεῖν εἰκὸς ἀνθρώπους. — ἁμαρτεῖν εἰκὸς ἀνθρώπους. См. Человеку свойственно ошибаться …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἐικυῖα — εἰκός like truth perf part act fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐικυῖαι — εἰκός like truth perf part act fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐικυῖαν — εἰκός like truth perf part act fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐικώς — εἰκός like truth perf part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκότ' — εἰκότα , ἔοικα as perf part act neut nom/voc/acc pl εἰκότα , ἔοικα as perf part act masc acc sg εἰκότι , ἔοικα as perf part act masc/neut dat sg εἰκότε , ἔοικα as perf part act masc/neut nom/voc/acc dual εἰκότα , εἰκός like truth perf part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκυῖ' — εἰκυῖα , ἔοικα as perf part act fem nom/voc sg εἰκυῖαι , ἔοικα as perf part act fem nom/voc pl εἰκυῖα , εἰκός like truth perf part act fem nom/voc sg εἰκυῖαι , εἰκός like truth perf part act fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκυίας — εἰκυί̱ᾱς , ἔοικα as perf part act fem acc pl εἰκυί̱ᾱς , ἔοικα as perf part act fem gen sg (attic doric aeolic) εἰκυί̱ᾱς , εἰκός like truth perf part act fem acc pl εἰκυί̱ᾱς , εἰκός like truth perf part act fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰκότα — ἔοικα as perf part act neut nom/voc/acc pl ἔοικα as perf part act masc acc sg εἰκός like truth perf part act neut nom/voc/acc pl εἰκός like truth perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)